εύζηλος

εὔζηλος, -ον (ΑΜ)
1. αυτός που έχει πολύ ζήλο («οὐκ εὔζηλος ἀναχρονισμός», Ευστ.)
2. ο αξιοζήλευτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ζήλος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔζηλος — in good style masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐζήλως — εὔζηλος in good style adverbial εὔζηλος in good style masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔζηλον — εὔζηλος in good style masc/fem acc sg εὔζηλος in good style neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐζήλοιο — εὔζηλος in good style masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευζηλία — εὐζηλία, ἡ (Α) [εύζηλος] 1. η άμιλλα 2. η ορθότητα, η ωραιότητα στο συγγραφικό ή ρητορικό ύφος («ἡ ἐν τοῑς λόγοις εὐζηλία καὶ καθαριότης», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek

  • ζήλος — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Πάλλαντα και κόρης του Ωκεανού, αδελφός της Νίκης, του Κράτους και της Βίας. Ήταν προσωποποίηση της φιλεργίας. Μαζί με τους αδελφούς του, καθόταν πάντα κοντά στον Δία. * * * (I) ο (AM ζῆλος, ὁ και ζῆλος, τό, Α… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.